Το χαρούμενο παιδί, μεγάλωσε μες τις αλάνες, με σκισμένα γόνατα και μια πολύχρωμη ψυχή. Έπαιζε ποδόσφαιρο, σκαρφάλωνε στα δέντρα και πάλευε με τον αδερφό του. Ήταν πάντα έτοιμο για μια περιπέτεια και έφτιαχνε φανταστικούς κόσμους με το μυαλό του. Κάτι απογεύματα καθόταν με τον παππού του και έφτιαχνε παζλ. Άλλες μέρες έβλεπε τηλεόραση με τον μπαμπά του και που και που πείραζε την μαμά του. Είχε μάθει να αγαπά δυνατά και να μην τα βάζει κάτω. Πήγαινε χαρούμενο στο σχολείο και έπαιρνε άριστα. Περίμενε κάθε βράδυ τον μπαμπά του να του φέρει κάρτες πόκεμον  και μετά έπαιζε με τις ώρες.

Πηδούσε απ’την μία πέτρα στην άλλη στα πάρκα και αγκάλιαζε όλα τα σκυλιά, όσο μεγάλα και αν ήταν. Αυτό το παιδί μεγάλωσε πια, και μαζί του μεγάλωσαν και οι φόβοι του. Δεν σιγοτραγουδάει πια γιατί ντρέπεται και έμαθε πως οι άλλοι μπορούν να τον κρίνουν. Δεν παίζει πια, βλέπετε μεγάλωσε και τα παιχνίδια είναι για τα μωρά. Δεν γελάει δυνατά και δεν απολαμβάνει το ίδιο την παρέα με τους άλλους. Κλείστηκε στον μικρόκοσμο του γιατί εκεί νιώθει αποδεκτό και ασφαλή. Ανακάλυψε πως μπορεί να πληγωθεί και οι άνθρωποι να το απογοητεύσουν. Αγάπησε και πόνεσε και πλέον σταμάτησε. Δεν βλέπει με ορθάνοιχτα μάτια πια τον κόσμο και όλα του μοιάζουν συνηθισμένα. Δεν είναι πια περίεργο με το τι θα κρύβεται στην γωνία του δρόμου. Έχει γεμίσει ανησυχίες και άγχη.

Νιώθει εγκλωβισμένο σε ένα κλουβί που λέγεται καθημερινότητα. Δεν ξέρει τι θέλει και που θα οδηγηθεί η ζωή του. Ποια δουλειά πρέπει να κάνει και πόσες οικονομίες να βάλει στην άκρη. Ποιόν να αγαπήσει και πως να δημιουργήσει μια κοινή ζωή. Αποφεύγει τις ευθύνες για να νιώσει καλύτερα αλλά αυτό κρατάει μόνο κάτι στιγμές.
Τρέχει να τα προλάβει όλα μα δεν του μένει χρόνος για τον εαυτό του. Τον θλίβουν οι αναμνήσεις από όταν ήταν παιδί, πόσο ξέγνοιαστο ήταν και πόσο απλά μικρά πράγματα τον κάναν χαρούμενο. Τώρα όλα φαντάζουν δύσκολα και δεν ικανοποιείται με τίποτα. Ζει σε μια βιοπάλη σκληρή και δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει. Έχει λίγους φίλους που τον στηρίζουν αλλά δεν τους βλέπει συχνά. Βλέπεις που να φτάσει ο χρόνος με όλα αυτά που έχει να κάνει.

Ανακάλυψε όμως τα ταξίδια και του άλλαξαν τη ζωή. Άνοιξαν οι ορίζοντες του και γεύτηκε τον κόσμο. Έμαθε για νέες κουλτούρες, γνώρισε ανθρώπους απ’όλο τον κόσμο και είδε μαγευτικές πόλεις. Γέμισε με εικόνες και με σελίδες το ημερολόγιο του. Γύρισε όμως και ένιωσε πιο άδειο και μόνο από ποτέ. Κανένας δεν καταλάβαινε πόσο άλλαξε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τον ρυθμό της ψυχής του. Όλα μοιάζαν μουντά και ανούσια , βλέπετε άγγιξε τον κόσμο και τώρα γύρισε πίσω στην πραγματικότητα. Έμαθε όμως πως πρέπει να το ξεπεράσει και να βρίσκει την ομορφιά στην καθημερινότητα. Αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στους γονείς του και κάθισε να ακούει ιστορίες απ’την ζωή τους. Έβαλε μουσική στο πικ καπ και ένα ποτήρι κρασί και χάζεψε την θάλασσα.

Ταξίδευσε και πάλι εκείνη την στιγμή αλλά στην φαντασία του, βρέθηκε σε τόπους μακρινούς. Δεν ξέρει που πάει και τι θα κάνει με τη ζωή του αλλά είναι αποφασισμένο να την κάνει να αξίζει και να δημιουργήσει δυνατές αναμνήσεις , γιατί όταν φτάσει στα γεράματα πια να έχει να λέει και αυτό ενδιαφέρουσες ιστορίες για το πως τόλμησε, πως έφαγε τα μούτρα του, ξανα σηκώθηκε και δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Αυτό το παιδί βλέπετε είμαι εγώ, παλεύω με τους δικούς μου φόβους και όλα τα παιδικά μου χρόνια με φτάσανε εδώ. Πάω να ζήσω λοιπόν!

Categories:

Tags:

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.